Editor: Χριστόφορος Κάσδαγλης
Αφήγηση: Έλλη Ξυπολιτάκη / Spoovio
Τα δύο τελευταία χρόνια, ένας φόβος πλανιέται πάνω απ’ τον ρόμικο καταυλισμό του Σοφού Ασπροπύργου. Μια νέα απειλή που έρχεται να προστεθεί στις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων του, τις οποίες τεκμηρίωσε το πρώτο μέρος της έρευνας του Reporters United: «Δήμος Ασπροπύργου: Νερό και ρεύμα μόνο για τους Ρομά δεν έχει».
Στηρίξτε την ανεξάρτητη δημοσιογραφία του Reporters United εδώ.
«Τώρα που θα έρθουν οι φυλακές, πιστεύεις ότι θα μας αφήσει ο δήμαρχος να μείνουμε εδώ;», αναρωτιέται ο κ. Κώστας Σαμπάνης, αναφερόμενος στη μετεγκατάσταση των νέων φυλακών από τον Κορυδαλλό στο παλιό στρατόπεδο «Αμερικανικής Ευκολίας». Παρόλο που η εγκαταλελειμμένη πρώην νατοϊκή βάση είναι απομονωμένη, κρυμμένη βαθιά στα διάσελα της Πάρνηθας ανάμεσα σε λατομεία και αποθήκες logistics, απέχει μόλις δύο χιλιόμετρα από τον επίσης εξοστρακισμένο καταυλισμό του Σοφού. Πολλοί Ρομά φοβούνται ότι σύντομα θα σταθεί αιτία για έναν ακόμα εκτοπισμό του καταυλισμού.
Στα χαρτιά, οι φυλακές δεν πρόκειται να επηρεάσουν τον καταυλισμό, καθώς σύμφωνα με τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ), η δόμηση πρόκειται να απαγορευτεί σε ακτίνα μόνο 500 μέτρων από το συγκρότημα. Αυτό, όμως, δεν αρκεί για τους Ρομά, που αισθάνονται τη δαμόκλειο σπάθη του εκτοπισμού να κρέμεται διαρκώς από πάνω τους, όχι άδικα: μέσα σε τριάντα πέντε χρόνια, έχουν εκδιωχθεί από τα σπίτια τους άλλες έξι φορές.
Από τον σταθμό του τρένου το 1992 στη χωματερή της Φυλής το 1996, δίπλα στα διυλιστήρια κι ύστερα ανάμεσα σε χωράφια με ελιές μέχρι το 2000, κατόπιν στη γειτονιά του Ψαριού ως την κατεδάφισή της το 2010, κι έπειτα στο Κυνοκομείο Ασπροπύργου για λίγες μέρες. Όλες αυτές είναι τοποθεσίες απ’ όπου –άμεσα ή έμμεσα– η δημοτική αρχή εκδίωξε με διάφορες τακτικές τους Ρομά, προτού εγκατασταθούν στο Σοφό τον Σεπτέμβριο του 2010.

Έκτοτε ο καταυλισμός στο Σοφό μετράει δεκαπέντε χρόνια σταθερής ύπαρξης, αλλά η στεγαστική ανασφάλεια δεν παύει. Μετουσιωμένη πλέον σε διαγενεακό τραύμα παραμένει νωπή, ανανεώνοντας την πεποίθηση ότι η κατάσταση του καταυλισμού δεν θα ξεπεράσει ποτέ το εφήμερο. Οι διαδοχικοί εκτοπισμοί έρχονται να αποτελέσουν την άλλη όψη μιας συλλογικής κακοποίησης εν εξελίξει, όπως αναδείξαμε στο πρώτο μέρος της έρευνας.
Με αντικείμενο την αποδόμηση του μύθου ότι οι Ρομά είναι νομάδες, η έρευνα ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2022 και κατατέθηκε τον Οκτώβριο του 2023 ως διπλωματική εργασία του μεταπτυχιακού MA Research Architecture στο πανεπιστήμιο Goldsmiths του Λονδίνου. Έκτοτε, συνέχισε ως δημοσιογραφική έρευνα του Reporters United, με επικαιροποιημένα στοιχεία. Τμήμα της δημοσιεύθηκε στο 44ο τεύχος του επιστημονικού περιοδικού «Γεωγραφίες» και στο γερμανικό περιοδικό Berliner Gazette.
Μέσω τακτικών επισκέψεων στον καταυλισμό του Σοφού, συλλέχθηκαν μαρτυρίες κατοίκων και αναλύθηκαν δεδομένα από δορυφορικές εικόνες και δημόσια έγγραφα που παρέχουν ενισχυτικά τεκμήρια για την περιπέτεια της ρόμικης κοινότητας για μονιμότητα και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης.
Τρένα 1991 – 1996: Μεταναστεύοντας στη σκιά των φουγάρων
Ο κ. Γιάννης Σαμπάνης ήταν έφηβος, όταν το 1991 η οικογένειά του έφυγε από το χωριό τους στην Ιστιαία Ευβοίας και ταυτόχρονα με άλλους συγγενείς τους από διάφορες αγροτικές περιοχές της χώρας κατευθύνθηκαν προς την ευρύτερη περιοχή του Ασπροπύργου. Ήταν ίσως οι τελευταίοι Έλληνες εσωτερικοί μετανάστες, που στα απόνερα της αστυφιλίας των προηγούμενων δεκαετιών εγκατέλειψαν την ύπαιθρο, και μαζί με χιλιάδες εργάτες από την Αλβανία, τα Βαλκάνια και την Ασία αναζήτησαν εργασία στη σκιά της μεγαλύτερης βιομηχανικής ζώνης της χώρας.
Φτάνοντας στον Ασπρόπυργο έστησαν έναν μικρό καταυλισμό με πρόχειρες παράγκες στα «Τρένα». Τότε, η τεράστια έκταση δύο χιλιάδων στρεμμάτων, ιδιοκτησίας του ΟΣΕ και της ΓΑΙΑΟΣΕ, ήταν απλώς ένα άδειο χωράφι.

Η τοποθεσία του καταυλισμού στα Τρένα, όπως και σε άλλα σημεία, μας υποδείχθηκε από τους κατοίκους σε συνεντεύξεις με τη μέθοδο της «τοποθετημένης μαρτυρίας». Τοποθετημένη μαρτυρία (situated testimony) είναι μια μέθοδος συνέντευξης κατά την οποία χρησιμοποιείται ένα τρισδιάστατο μοντέλο ή ένας χάρτης για να διευκολύνει άτομα που έχουν υποστεί κάποιο τραυματικό γεγονός ή δυσκολεύονται να ανακαλέσουν συμβάντα. Ο/η συνεντευξιαζόμενος/η χρησιμοποιεί τον χάρτη για να «τοποθετήσει» τη μαρτυρία του στον χώρο. Η μέθοδος εφαρμόστηκε για πρώτη φορά από την ερευνητική ομάδα Forensic Architecture.
Σήμερα το σημείο φιλοξενεί τον σταθμό του Προαστιακού και το μελλοντικό διαμετακομιστικό κέντρο «Θριάσιο Ι & ΙΙ», χρήσεις που σχεδιάζονταν ήδη από τη δεκαετία του ‘90. Η σημασία του σημείου ως κόμβος σιδηροδρομικής διασύνδεσης της αναπτυσσόμενης βιομηχανικής ζώνης του Θριασίου με την Αθήνα και την Κόρινθο, σε συνδυασμό με τις μεγαλύτερες βλέψεις αναγωγής του σε υπερεθνικό ανεφοδιαστικό κόμβο μεταξύ του λιμανιού του Πειραιά και της ανατολικής Ευρώπης, δεν επέτρεψε στον πρώτο αυτό καταυλισμό να παραμείνει εκεί για πολύ. «Μεταξύ 1995-1996» ο ΟΣΕ «απέβαλε» τον καταυλισμό, όπως μας ενημέρωσε ο κ. Γεώργιος Λιάκος, ο οποίος διετέλεσε δήμαρχος Ασπροπύργου για 11 χρόνια, μεταξύ 1995 και 2006.
Η έξωση από τα «Τρένα» ήταν απλώς η αρχή ενός τριακονταετούς χρονολογίου βίαιων εκπτοπισμών και εξαναγκαστικών αποχωρήσεων που επιφύλασσε ο δήμος Ασπροπύργου και η ελληνική Πολιτεία για τους Ρομά.
ΧΥΤΑ Φυλής, 1996 – 1998: Χωμένοι στη χωματερή, με εντολή δημάρχου
Γύρω στο 1996, μετά την εκδίωξή τους από τα «Τρένα», ο δήμος Ασπροπύργου συναίνεσε στην εγκατάσταση των Ρομά δίπλα στη χωματερή της Φυλής (ΧΥΤΑ), όπου οι Ρομά παρέμειναν για περίπου δύο χρόνια. «Ο κ. Λιάκος μας παραχώρησε επτά στρέμματα γης μέσα στη χωματερή και μας είπε ότι από εκεί δεν θα μας διώξει κανείς». Σύμφωνα με τον κ. Λευτέρη Σαμπάνη, ο τότε δήμαρχος τους έδωσε ένα επίσημο έγγραφο που πιστοποιούσε τη νόμιμη διαμονή τους στο σημείο και τους υποσχέθηκε ότι θα συνδέσει τον καταυλισμό με τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, όπως το νερό και το ρεύμα.
Ο κ. Λιάκος μας επιβεβαίωσε ότι «προσπάθησε να εγκαταστήσει τους Ρομά σε δημοτικό οικόπεδο με δέσμευση την κατασκευή των απαραίτητων υποδομών». Όπως μας είπε, το οικόπεδο που παραχώρησε ήταν όμορο με τον ΧΥΤΑ Φυλής, αλλά βρισκόταν εντός των ορίων του δήμου Άνω Λιοσίων. «Με επιστολή μου, που τους παρέδωσα για να μην τους ενοχλούν άλλες υπηρεσίες, έκανα γνωστό ότι ο δήμος είναι ενήμερος».
Διαβάστε τις απαντήσεις του κ. Λιάκου εδώ.

Ο κ. Λιάκος, αποφασίζοντας αυτοβούλως για την περιοχή διαβίωσης των Ρομά, παραβίαζε την υγειονομική διάταξη Α5/696/25.4.1983 που ίσχυε τότε. Σύμφωνα με αυτήν, η αρμοδιότητα για τη χωροθέτηση «ειδικά καθορισμένης περιοχής» για την προσωρινή εγκατάσταση «πλανόδιων νομάδων (αθίγγανοι κ.λπ.)» ανήκε στον Νομάρχη, έπειτα από γνωμοδότηση σειράς άλλων υπηρεσιών όπως η Πολεοδομία και ο δήμος εντός των ορίων του οποίου «πρόκειται να γίνει η εγκατάσταση», δηλαδή στην προκειμένη ο δήμος Άνω Λιοσίων και όχι ο δήμος Ασπροπύργου.
Επιπλέον, παρόλο που η εν λόγω διάταξη ενίσχυε το στερεότυπο περί νομαδισμού και νομιμοποιούσε τον εξοστρακισμό των Ρομά «έξω από κατοικημένες περιοχές» και μακριά από «εμφανή σημεία από κύριους δρόμους», απαιτούσε ο επιλεγμένος χώρος να εξασφαλίζει «την υγιεινή και αποδεκτή ανθρώπινη διαβίωση» με «πόσιμο νερό, υγιεινά αποχωρητήρια και κοινόχρηστα λουτρά», υποχρεώσεις που, παρά τις δεσμεύσεις, ουδέποτε πρόσφεραν οι τοπικές αρχές.
«Οι συνθήκες υγιεινής στον καταυλισμό ήταν άθλιες. Από τον ΧΥΤΑ ανάβλυζε μια μυρωδιά ανυπόφορη. Ο δήμαρχος μας είχε φέρει μπιτόνια χωρίς καπάκι. Το νερό ήταν γεμάτο μύγες, ποντίκια, διαβόλους. Κι εμείς το πίναμε αυτό το νερό, παιδιά ήμασταν», λέει ο κ. Νίκος Σαμπάνης που πέρασε τα νεανικά του χρόνια στον καταυλισμό της χωματερής.
Οι Ρομά, μην αντέχοντας τις απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης, αποχώρησαν οικειοθελώς από τη χωματερή δύο χρόνια αργότερα. Ο κ. Λιάκος δεν ανέλαβε ποτέ τις ευθύνες του για τις συνθήκες διαβίωσης που τους παρείχε η επιλογή του. Αντίθετα, τις μετακυλίει στους ίδιους τους Ρομά: «Οι εσωτερικές διενέξεις και ο φόβος καλύτερης αστυνόμευσης οδήγησαν στην οικειοθελή απομάκρυνση από τον υποδειχθέντα χώρο».
Θεμέλιος λίθος της έρευνας ήταν οι προφορικές μαρτυρίες των Ρομά, που συλλέχθηκαν ως συλλογικές και όχι ατομικές συνεντεύξεις. Συνέντευξη: Δάφνη Καράβολα / Βιντεοσκόπηση: Στέλιος Πράσσος.
Τόσο στην περίπτωση της χωματερής όσο και σε άλλες που ακολουθούν, η «οικειοθελής αποχώρηση» που προβάλλεται ως δικαιολογία από τη δημοτική αρχή δεν επιχειρεί απλώς να διασκεδάσει τις νομικές ευθύνες του δήμου, αλλά «εργαλειοποιείται για να υποστηρίξει ότι, παρά τις κυβερνητικές ενέργειες για την εξασφάλιση μόνιμης διαμονής, οι Ρομά παραμένουν νομάδες από επιλογή» (περιοδικό Γεωγραφίες). Έτσι ένας «εδραιοποιημένος» (δηλαδή μη-νομαδικός) πληθυσμός, που θέλει να εγκατασταθεί αλλά αδυνατεί να επιβιώσει στους χώρους που το κράτος έχει υποδείξει ως κατάλληλους, εξαναγκάζεται σε διαρκή μετακίνηση και βαφτίζεται με αυθαίρετα κριτήρια νομαδικός. Όπως δηλώνει ο κ. Σπύρος Σαμπάνης, που θεωρεί την επιλογή της χωματερής από τον δήμο σκόπιμη, «μας έβαλε εκεί για μας διώξει, να μας ψοφήσει».
Διυλιστήρια, 1998: Η μαύρη τρύπα στο χρονολόγιο
Εγκαταλείποντας τη χωματερή περίπου το 1998, κάποιοι απ’ τους Ρομά εγκαθίστανται για λίγες εβδομάδες σε σημείο ανάμεσα στα διυλιστήρια των ΕΛΠΕ και του νεκροταφείου Ασπροπύργου. Η κοινότητα μειώνεται σε πληθυσμό, καθώς κάποιοι, εξαιτίας της επισφαλούς κατάστασης αναζητούν καταφύγιο σε σπίτια συγγενών τους στα Άνω Λιόσια και αλλού.
Δεν υπάρχουν πληροφορίες για το ακριβές σημείο του καταυλισμού στα διυλιστήρια, τον χρόνο που παρέμειναν εκεί ή τις συνθήκες που οδήγησαν στην απομάκρυνσή τους. Το χρονικό αυτό κενό όπως και άλλες αντίστοιχες ασάφειες που προκύπτουν δεν οφείλονται σε ελλιπή έρευνα. Αντιθέτως, συνιστούν σύμφυτο χαρακτηριστικό του θέματος.
Μέχρι και σήμερα -πόσο μάλλον παλαιότερα- οι αρχές δεν συλλέγουν επαρκή στοιχεία σχετικά με τον ακριβή αριθμό των ανθρώπων που διαμένουν σε καταυλισμούς, είτε γιατί η ίδια η κοινότητα δεν θέλει να καταγραφεί φοβούμενη ότι θα χρησιμοποιηθούν εναντίον της, είτε επειδή η απουσία στοιχείων ωφελεί κάποιους δήμους που δεν αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσης των Ρομά, όπως είδαμε στο πρώτο μέρος της έρευνας.
Χαρακτηριστικά, 65 Δήμοι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στην καταγραφή των οικισμών Ρομά του 2021, ενώ 122 απάντησαν ότι δεν έχουν ρόμικο πληθυσμό, δήλωση η οποία σε αρκετές περιπτώσεις είναι αμφισβητήσιμη.
Επιπλέον, οι πληροφορίες από τον Τύπο διαχρονικά σπανίζουν ή εστιάζουν στην εγκληματοποίηση της κοινότητας και όχι στη βία που υφίσταται. Αλλά και η ίδια η κοινότητα των Ρομά του Σοφού, συνήθως δεν παράγει έγγραφα τεκμήρια, καθώς αρκείται στην προφορική ιστορία της.
Ελαιώνες 1998 – 2000: Στην κόψη της Αττικής Οδού
Τα ίχνη της κοινότητας ξαναβρίσκονται περίπου το 1998, όταν ανασυντάσσεται και εγκαθίσταται αυτοβούλως σε χωράφια ελαιώνων έκτασης 600 στρεμμάτων, δίπλα στο στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας. Εκεί παραμένει για περίπου δύο χρόνια, μέχρι το τέλος του 1999 όταν διώχνεται λόγω της κατασκευής της Αττικής Οδού.
Το έργο της Αττικής Οδού ξεκίνησε το 1994 με ορίζοντα ολοκλήρωσης τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Η κ. Μαρία Σαμπάνη ήταν τότε λίγα χρόνια παντρεμένη και ζούσε σε παράγκα χωρίς νερό και ρεύμα στους Ελαιώνες, με τον άντρα της Γιάννη και τα τρία τους παιδιά. Θυμάται ότι όταν η κατασκευή του δρόμου πλησίαζε στον καταυλισμό, άτομα που δεν γνωρίζει αν εκπροσωπούσαν τη δημοτική αρχή ή την κατασκευαστική εταιρεία, απειλούσαν συχνά την κοινότητα με έξωση. Οι Ρομά αρνούνταν σθεναρά να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με τα πραγματικά δεδομένα ο καταυλισμός στους Ελαιώνες ήταν αδύνατον να διατηρηθεί εφόσον βρισκόταν πάνω στη χάραξη της Αττικής Οδού. Φαίνεται να απομακρύνθηκε μετά τον Ιούλιο του 1999, όταν σύμφωνα με τη χαρτογράφησή μας οι εργασίες φτάνουν προοδευτικά στο σημείο του καταυλισμού. Ο πρώην δήμαρχος κ. Λιάκος το επιβεβαιώνει: «Ξέρω ότι η αποχώρηση -οικειοθελής- έγινε με την έναρξη των εργασιών κατασκευής της Αττικής Οδού, όταν ο αυθαίρετος οικισμός αποτελούσε πράγματι πρόβλημα, αφού βρισκόταν στο κέντρο του νέου οδικού άξονα».
Οι ίδιοι οι Ρομά δεν συμμερίζονται τα περί οικειοθελούς αποχώρησης και κάνουν λόγο και για ένα ακόμη περιστατικό που συντέλεσε στην απομάκρυνσή τους: «Μόλις τα έργα φτάσανε κοντά στον καταυλισμό, στείλανε μια μπουλντόζα να σκάψει. Όπως έσκαβε, χτύπησε τον σωλήνα ενός αγωγού και προκλήθηκε διαρροή. Οι παράγκες μας γέμισαν πετρέλαια!», λέει η κ. Μαρία Σαμπάνη.
Σύμφωνα με τις συλλογικές αφηγήσεις τους, μετά το ατύχημα οι τοπικές αρχές τους προέτρεψαν να αποχωρήσουν, για λόγους ασφαλείας. «Δέκα, δεκαπέντε μέρες μετά τα μαζέψαμε και φύγαμε» λέει ο κ. Γιάννης Σαμπάνης.
Το περιστατικό παραμένει μη επιβεβαιωμένο, καθώς δεν καταγράφηκε από τον Τύπο, ενώ ο κ. Λιάκος μας απάντησε πως δεν θυμάται διάρρηξη αγωγού πετρελαίου.

Ο καταυλισμός απομακρύνθηκε όταν τα έργα της Αττικής Οδού έφτασαν στο σημείο του καταυλισμού. Για να βρούμε την ακριβή ημερομηνία χρησιμοποιήσαμε εικόνες του δορυφόρου Landsat 5 και με τη μέθοδο της «χαρτογραφικής αναδρομής» ανασυνθέσαμε τις φάσεις κατασκευής του αυτοκινητόδρομου.
Ψάρι, 2001 – 2010: Ρατσισμός πάνω απ’ τα συντρίμμια
Φεύγοντας από τους Ελαιώνες, η κοινότητα εγκαταστάθηκε αυτοβούλως ενάμιση χιλιόμετρο ανατολικότερα, στην περιοχή «Ψάρι», σε αγροτική έκταση περίπου 100 στρεμμάτων στη νότια πλευρά της Αττικής Οδού. Η ακριβής ημερομηνία εγκατάστασης παραμένει άγνωστη, αλλά βάσει των διαθέσιμων δορυφορικών εικόνων κακής ανάλυσης τοποθετείται κατ’ εκτίμηση μεταξύ Μαρτίου 2000 και Ιανουαρίου 2001.
Ο δήμος και η αστυνομία επιχείρησαν να αποτρέψουν την εγκατάσταση. Τότε, ο κ. Βασίλης Σαμπάνης, πρόεδρος του καταυλισμού, προσπάθησε να εξασφαλίσει τη νομιμοποίησή του. «Πήγα στον υπουργό. Πάλεψα, φώναξα. Τελικά δέχτηκε να μας δώσει ένα χαρτί» το οποίο «σφράγισε και ο νομάρχης», υποστηρίζει. Το έγγραφο αυτό δεν βρέθηκε, καθώς οι Ρομά δεν το έχουν πλέον και δεν γίνεται σαφές σε ποιο υπουργείο αναφέρεται ώστε να ζητήσουμε διευκρινίσεις.
Ο κ. Λιάκος αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι «ο Δήμος παρέδωσε έγγραφη βεβαίωση εγκατάστασης στην περιοχή Σοφό [προφανώς εννοεί Ψάρι]» αφού οι Ρομά «καταπάτησαν εκεί αγροτικές εκτάσεις ξένης ιδιοκτησίας». Πάντως, αν υπήρξε πράγματι νομαρχιακή έγκριση, ο δήμος όφειλε να παρέχει δίκτυα υποδομών, τα οποία δεν εγκαταστάθηκαν ποτέ στο Ψάρι.
Οι τουλάχιστον 150 παράγκες που φαίνονται στις δορυφορικές εικόνες του 2008 παρέμειναν χωρίς νερό και ρεύμα για δέκα χρόνια, μέχρι τον Αύγουστο του 2010, όταν ο νέος δήμαρχος κ. Μελετίου κατεδάφισε τον καταυλισμό.

Κατά την κ. Μαρία Σαμπάνη ο μήνας Αύγουστος επιλέχθηκε σκόπιμα, αφού τότε οι περισσότεροι Ρομά λείπουν στα νησιά δουλεύοντας ως πλανόδιοι μικροπωλητές και ο καταυλισμός είναι σχετικά άδειος. Όταν οι περισσότεροι κάτοικοί του επέτρεψαν, βρήκαν μόνο συντρίμμια.
Σύμφωνα με μεταγενέστερη ανακοίνωση του Ελληνικού Παρατηρητηρίου Συμφωνιών του Ελσίνκι (23.7.2013), «τον Αύγουστο 2010 έγινε παράνομη έξωση του καταυλισμού στον Ασπρόπυργο (θέση Ψάρι) που μετακινήθηκε σε άλλη περιοχή (θέση Σοφό)», ενώ ο κ. Παναγιώτης Δημητράς, πρόεδρος του Παρατηρητηρίου, εξηγούσε στον φακό του MEGA (2’45’’) ότι η κατεδάφιση του δήμου στο Ψάρι ήταν παράνομη, αφού δεν είχε βρεθεί άλλος τόπος μετεγκατάστασης, ούτε υπήρχε σχετική απόφαση δικαστηρίου.
Οι Ρομά θεωρούν ότι μέσω της κατεδάφισης ο δήμος ικανοποίησε το χρόνιο αίτημά των γειτόνων τους, Ελλήνων ποντιακής καταγωγής, για αποπομπή του καταυλισμού. «Οι Πόντιοι δεν μας ήθελαν γιατί καίγαμε σκουπίδια, μέχρι που τελικά μας έδιωξαν» λέει η κ. Μαρία Σαμπάνη, αλλά επισημαίνει ότι η καύση σκουπιδιών ήταν μια αναγκαιότητα, καθώς «το σκουπιδιάρικο δεν περνούσε» από τον καταυλισμό. Επιπλέον, θεωρεί ότι οι καύσεις δεν ήταν η μόνη αιτία έντασης, αλλά υπήρχαν και φυλετικά κίνητρα.
Συνέντευξη: Δάφνη Καράβολα / Βιντεοσκόπηση: Στέλιος Πράσσος.
Κι ενώ για τους Έλληνες ποντιακής καταγωγής που μετανάστευσαν στην περιοχή από τη Σοβιετική Ένωση και εγκαταστάθηκαν σε καταπατημένα οικόπεδα ο δήμος (πολύ σωστά) βρήκε λύση και νομιμοποίησε την παρουσία τους εκεί, για το αντίστοιχο πρόβλημα των Ρομά όχι μόνο δεν εφάρμοσε αντίστοιχες λύσεις, αλλά τους καταδιώκει συστηματικά και διαχρονικά, εγείροντας ερωτήματα περί μεροληπτικής αντιμετώπισης βάσει φυλετικών κριτηρίων.
Σκυλάδικα, Αύγουστος 2010: Διαβίωση σε κλουβιά για σκύλους
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των Ρομά, μετά την κατεδάφιση στο Ψάρι, υπάλληλοι του Δήμου συνοδευόμενοι από αστυνομικούς κατηύθυναν την κοινότητα προς ένα μέρος που οι ίδιοι ονομάζουν «Σκυλάδικα». Πρόκειται για το εγκαταλελειμμένο Κυνοκομείο Ασπροπύργου, ένα απομονωμένο οικόπεδο 50 στρεμμάτων, με συγκρότημα κτιρίων και κοντέινερ εμβαδού περίπου 1.000 τ.μ., ενάμιση χιλιόμετρο βορείως της Αττικής Οδού.
«Μπήκαμε μέσα στα κτίρια και αρχίσαμε να ρίχνουμε τοίχους για να μεγαλώσουμε τα δωμάτια» λέει ο κ. Γιάννης Σαμπάνης, περιγράφοντας τις τροποποιήσεις που έκαναν ώστε να στεγαστούν στις εγκαταστάσεις που προηγουμένως χρησιμοποιούνταν ως κλουβιά σκύλων.
H κοινότητα έμεινε εκεί μόνο λίγες μέρες, προτού εξωθηθεί από τις συνθήκες σε μια ακόμη «οικειοθελή» αποχώρηση. Σύμφωνα με τον κ. Γιάννη Σαμπάνη, η τοποθεσία ήταν απομονωμένη, δεν χωρούσε όλες τις οικογένειες, ενώ τα κλουβιά των σκύλων που χρησιμοποιήθηκαν σαν «δωμάτια» όχι μόνο ήταν μικρά, αλλά προκαλούσαν δυσφορία, ειδικά στους γηραιότερους. Με τα δικά του λόγια: «Πολλοί αισθάνονταν ότι το μέρος ήταν στοιχειωμένο».

Φωτογραφία: Copwatch.
Ο τότε δήμαρχος κ. Μελετίου αρνείται κατηγορηματικά ότι προέτρεψε την κοινότητα να εγκατασταθεί εκεί, αλλά και ότι αποχώρησαν εξαιτίας των άθλιων συνθηκών διαβίωσης. «Τους έδιωξε το υπουργείο Εσωτερικών, που είχε ιδιοκτησία», υποστηρίζει.
Σοφό, Σεπτέμβριος 2010 – σήμερα: Αιώνια προσωρινοί
Φεύγοντας απ’ τα Σκυλάδικα, η κοινότητα μετεγκαταστάθηκε στο Σοφό, σε αγροτική έκταση περίπου 250 στρεμμάτων. Από τις δορυφορικές εικόνες της εποχής υπολογίζεται ότι αποτελούνταν από 200 με 250 παράγκες, που αντιστοιχούσαν σε ανάλογο αριθμό οικογενειών. Η εγκατάσταση τοποθετείται χρονικά στον Σεπτέμβριο του 2010, όταν το δασαρχείο Αιγάλεω κατέθεσε καταγγελία για καταπάτηση δασικής έκτασης, κατά «αθιγγάνων αγνώστων στοιχείων».

Οι Ρομά ισχυρίζονται ότι ήταν ο κ. Μελετίου που τους προέτρεψε να αγοράσουν οικόπεδα στην περιοχή του Σοφού και τους υποσχέθηκε να «φέρει το νερό, το ρεύμα και την άσφαλτο». Ο κ. Μελετίου το διαψεύδει (ολόκληρη η συνέντευξη εδώ).
Πάντως, λίγες ρόμικες οικογένειες αγόρασαν πράγματι οικόπεδα στο Σοφό και έχτισαν αυθαίρετες κατοικίες όπου ζουν μέχρι σήμερα. Άλλες δεν αγόρασαν, είτε γιατί δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα είτε επειδή εκτιμούσαν ότι οι συνθήκες διαβίωσης στο Σοφό δεν προοικονομούσαν «μια καλή κατοικία». Εγκαταστάθηκαν σε παράγκες στις καταπατημένες εκτάσεις γύρω από τα ιδιόκτητα οικόπεδα των συγγενών τους, γνωρίζοντας ότι μια μελλοντική έξωση ήταν πολύ πιθανή.
Συλλογική μαρτυρία των Βασίλη και Σπύρου Σαμπάνη για την εγκατάσταση στο Σοφό, Δεκέμβριος 2024. Συνέντευξη: Δάφνη Καράβολα / Βιντεοσκόπηση: Γιάννης Τσακαρισιάνος
Οι πρώτες απειλές εκτοπισμού δεν άργησαν να φανούν. Μεταξύ Σεπτεμβρίου 2010 και Ιανουαρίου 2012, δεκάδες φερόμενοι ως ιδιοκτήτες των οικοπέδων και κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής υπογράφουν επιστολές, διαμαρτυρόμενοι ότι το Σοφό έχει μετατραπεί σε «άντρο ανομίας», με «τριτοκοσμική» εικόνα «χειρότερη από χώρες της Αφρικής».
Οι επιστολές αυτές ήρθαν στο φως από κοινοβουλευτική ερώτηση του καταδικασμένου νεοναζί Ηλία Κασιδιάρη. Στις εκλογές του Ιουνίου 2012, η Χρυσή Αυγή συγκέντρωσε το μεγαλύτερο ποσοστό της πανελλαδικά στον Ασπρόπυργο (16,8%). Την επόμενη πενταετία, με τη στήριξη μεγάλης μερίδας των ντόπιων, ηγούνταν της αντιτσιγγανικής και αντιμεταναστευτικής εκστρατείας. Ήταν τότε που ο Κασιδιάρης σε ομιλία του στον Ασπρόπυργο παρότρυνε καταχειροκροτούμενος το πλήθος να «ξεφορτωθούν τα ανθρώπινα σκουπίδια».
Προς ικανοποίηση των διαμαρτυρόμενων κατοίκων, η Διεύθυνση Δασών Δυτικής Αττικής διατάσσει μεταξύ 2011 και 2014 την κατεδάφιση 12 ρόμικων σπιτιών που βρίσκονταν σε «αναδασωτέα» και «πετρώδη χορτολιβαδική» έκταση, και γνωστοποιεί τις αποφάσεις της σε όλες τις εμπλεκόμενες τοπικές αρχές.

Απόσπασμα μίας εκ των 12 εντολών κατεδάφισης.
Χωρίς να τύχουν οποιασδήποτε βοήθειας από τον δήμο ή από οποιαδήποτε άλλη αρχή, οι ίδιοι οι Ρομά, μόνοι τους, κατόρθωσαν έπειτα από προσπάθειες χρόνων να ανακόψουν τις εντολές κατεδάφισης των σπιτιών τους.
Διακαές συλλογικό αίτημα
«Γι’ αυτό κάνουμε αυτή τη δουλειά, για να μη φύγουμε από εδώ! », λέει ο κ. Γιάννης Σαμπάνης, αποκαλύπτοντας τους βαθύτερους λόγους που οδήγησαν την οικογένειά του να δεχτεί να συμμετάσχει σ’ αυτή την έρευνα.
Ο ίδιος θέλει να παραμείνει στο Σοφό και ονειρεύεται τον καταυλισμό ασφαλτοστρωμένο, με σπίτια, δέντρα και παιδικές χαρές για να παίζουν τα εγγόνια του. Άλλες οικογένειες είναι πιο ανοιχτές στο ενδεχόμενο μετεγκατάστασης. Όλοι τους, όμως, εκφράζουν το ίδιο διακαές συλλογικό αίτημα: να ζήσουν κάπου μόνιμα, με σπίτια, νερό, ρεύμα, δουλειά και σεβασμό.
Οικειοθελής εγκατάσταση,
Καταπατημένες εκτάσεις,
Κέντρο ανομίας.
Στη ζωή δεν μου ήρθαν όλα εύκολα, αγωνίστηκα και ζω με την οικογένειά μου, σε χώρο δικό μου, αγορασμένο, κι έχω μια κανονική δουλειά, χωρίς να παρανομώ.
Γι’ αυτό δεν με κυνηγάει κανένας.
Εξαιρετικό άρθρο.